αποικίζομαι


αποικίζομαι
αποικίζομαι, αποικίστηκα, αποικισμένος βλ. πίν. 34

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποικίζομαι — ἀποικίζω send away from home pres ind mp 1st sg ἀποικίζω send away from home pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενοικίζω — (AM ἐνοικίζω) [ένοικος] 1. βάζω κάτι ή κάποιον σ έναν τόπο, εγκαθιστώ 2. αποικίζομαι, εγκαθίσταμαι ως κάτοικος σε έναν τόπο 3. ασχολούμαι με κάτι («τίνα βίον βεβίωκε καὶ τίσιν ἐπιτηδεύμασιν ἐνῳκίσθη», Πλάτ.) 4. εγκαθιστώ μισθωτή, ενοικιαστή …   Dictionary of Greek